Για τον κυρ Λευτέρη όπως τον γνώρισα...

"Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει , σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά" Πόσο μεγάλος ποιητής πρέπει να είσαι για να σκεφτείς αυτόν εδώ το στίχο και να σε παραδέχετε ως και ο Γκάτσος? Πόσο διαφορετικός, αισθαντικός, μελωδικός, υπέροχος άνθρωπος? Δύο λέξεις μόνο : Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο ποιητής, ο στιχουργός, ο δημοσιογράφος. Ο χιλιοτραγουδισμένος, ο δικός μας άνθρωπος που κατά τον "αδερφό" του Μάνο Λοΐζο "τρυφερώνει τη ζωή μας". Πόσο δίκιο έχει, και πόσο πολύ αξίζει να δημιουργήσεις μια νέα λέξη όπως αυτή για να περιγράψεις τα συναισθήματα που σου αφήνουν τα τραγούδια του.
Χθες ήταν μια συννεφιασμένη μέρα που λόγω της βροχής των προηγούμενων ημερών περιμέναμε πως η συναυλία-αφιέρωμα στα "50 χρόνια Λευτέρης Παπαδόπουλος" θα αναβληθεί. Η αλήθεια είναι πως ξεκινήσαμε με βαριά καρδιά και μπήκαμε στο στάδιο με ψιχάλα και μια δόση μελαγχολίας τόσο για την εξέλιξη του καιρού όσο και για την αναβολή μιας τόσο σπουδαίας βραδιάς. Κατά τις εννιά και με τις δεύτερες ήδη μπύρες ανα χείρας το ΟΑΚΑ είχε σχεδόν γεμίσει και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκροτήματα καθώς τον είδε να μπαίνει για να καθίσει στη θέση του. Τη γνωστή θέση όπου κάθετε σε κάθε αγώνα της ΑΕΚ, μιας από τις μεγάλες αγάπες του. Τα σκηνικά ήταν έτοιμα και ύστερα από λίγο φωτογραφικό υλικό από τη ζωή του άρχισε να περνά μπρος απ' τα μάτια μας στις γιγαντοοθόνες περιμετρικά του σταδίου. Μουσική υπόκρουση? Η τζαμάικα. Η έξοδος ήταν ούτως ή άλλως οικογενειακή οπότε με ένα γρήγορο rewind γυρνώ πίσω περίπου ( απίστευτο πως περνάνε ) κάτι λιγότερο από δέκα χρόνια.
Πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Τότε που μας έπαιζε ο πατέρας μου στην κιθάρα τα κομμάτια του κυρ Λευτέρη και μου μάθαινε να κάνω τις δεύτερες φωνές. Τζάκι, κιθάρα πάνω στο χαλί και "Κάθε πρωί που κίναγα, να πάω στη δουλειά, φεύγανε σαν πουλιά τα ψαροκάικα...Κι αρμενίζαμε στα πέλαγα αγάπη μου παλιά, κι ύστερα το βραδάκι μεθυσμενάκι στα καπηλειά, σ' έπινα κοριτσάκι σαν το κρασάκι γουλιά γουλιά". Η ανάμνηση μου έφερε δάκρυα συγκίνησης στα μάτια, μετά βίας κρατήθηκα να μην τα αφήσω να κυλήσουν. Αλλά ήταν δάκρυα ευχάριστα, θύμησες γλυκιές και αγαπημένες, ευτυχία και κατά κάποιο τρόπο ευγνωμοσύνη που έζησα παιδικά χρόνια σαν κι αυτά.
Γνώρισα τον κυρ Λευτέρη πέρυσι τέτοια εποχή. Όταν φίλος και συνεργάτης μου πλέον, ο Νίκος, με πήρε τηλέφωνο για βοήθεια στη δουλειά στο θέατρο της Ράιας -γυναίκας του Λευτέρη του Παπαδόπουλου δεν το σκέφτηκα πολύ. Θα ήταν τέλεια ευκαιρία να περνούν οι Κυριακές μου σε περιβάλλον οικείο και φιλικό και ταυτόχρονα καλλιτεχνικό στέκι. Έτσι ξεκίνησα, χωρίς στιγμή να το αντιμετωπίσω σαν κάτι άλλο απ' αυτό που ήδη ήταν : μια παρέα, μια αγκαλιά, ένα σχολείο. Πάντα γεμάτος κομπλιμέντα και χαμόγελα με σύστηνε σε όλους του τους φίλους, μου μάθαινε ποιος έγραφε τι, με τσέκαρε για τις μουσικές μου γνώσεις γιατί για 'κεινον "ήμουν πολύ μικρή για να ξέρω τα τραγούδια του", τον εξέπληττα που τον είχα διαβάσει, που με γοήτευε η γραφή του. Το βλέμμα του σπινθηροβόλο, ο λόγος του καυστικός, οι συμπάθειες του εμφανείς, το χιούμορ του άπαιχτο. Ένα ποτήρι ουίσκυ όπως το έπινε εκείνος και μια θέση στο φουαγιέ μόνος ή με την εκάστοτε παρέα του και σαν άλλος παρατηρητής η ματιά του πλανιόταν στο χώρο. Και ποίοι δεν πέρασαν από το υπόγειο φουαγιέ του θεάτρου "Δίπυλον", τραγουδιστές, συνθέτες, ηθοποιοί, σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, πολιτικοί... Μα ο κυρ Λευτέρης ήταν πάντα εκεί κι από το τραπεζάκι του με πρόσεχε.
"Σάββατο κι απόβραδο και ασετιλίνη, στην Αριστοτέλους που γερνάς, έβγαζα απ' τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι, σου 'ριχνα στα μάτια να πονάς". Μουσική Γιάννης Σπανός διά φωνής Χάρις Αλεξίου. Ο κυρ Λευτέρης την παρουσιάζει για να ανοίξει τη βραδιά, φανερά συγκινημένος. Νιώθεις να περιπλανιέσαι στην Αριστοτέλους μιας άλλης εποχής. Εκεί γύρω στο 60. "Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους, κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ, και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους, τ' Άη Γιάννη θα 'τανε θαρρώ". Η φωνή της γέμισε το στάδιο. Ανατριχιάσα.
Έχω μάθει πολλά από την εποχή που έπαιζε κιθάρα ο μπαμπάς. Δύσκολα βρίσκω άλλους στην ηλικία μου που να γνωρίζουν τραγούδια εκείνης της εποχής. Πόσο μάλλον να τα σιγοψιθυρίζουν αν όχι τραγουδούν σε κανένα ρεμπετάδικο υπόγειο που έχει ακόμα μπουζούκια και μπαγλαμάδες. "Αχ ο μπαγλαμάς, μια τσίγκινη φωνή γεμάτη πόνο" ( και μουσική Απόστολου Καλδάρα ). Με τη βοήθεια της κιθάρας του λοιπόν, πρωτοάκουσα την "'Απονη ζωή", σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου ( Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη και μετέπειτα Στέλιος Καζαντζίδης & Μαρινέλλα ), το "Δε θα ξανάγαπήσω", "Θα πιω απόψε το φεγγάρι". Και έκανα την έξυπνη στα άλλα παιδάκια στο σχολείο και τους μάθαινα να τραγουδούν " Κι όλη νύχτα λέγαμε τραγούδι για τη λευτεριά, κι όλη νύχτα κλαίγαμε γοργόνα Παναγιά" και οργάνωνα το καλλιτεχνικό πρόγραμμα των Εθνικών Εορτών όντας η αγαπημένη των καθηγητών μουσικής. Αυτά και τόσα άλλα που δε θυμάμαι τον αριθμό. Όταν η κυρία Βίκυ Μοσχολιού ) με τη μοναδική της φωνή ερμηνεύει "Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι, βγάλε από την πόρτα το κλειδί" και όταν ο Γιάννης Καλατζής τον τραγουδά με μουσική Μάνου Λοΐζου "Δελφίνι δελφινάκι, πάμε πιο γρήγορα, να δω τα γυριστά της, τα ματοτσίνορα ( βλεφαρίδες! Κι εγώ το έμαθα μόλις χθες! Μα είναι δυνατόν?! ), ε τότε ο κυρ Λευτέρης γίνεται τεράστιος. Και πόσο θα του λείπει ο Μάνος...
"Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες, τώρα που είμαστε αγκαλιά, και τις βαθιές λαβωματιές σου δείξ' τες, να στις γιατρέψω με φιλιά καλέ μου, να στις γιατρέψω με φιλιά" και ο Μίμης Πλέσσας ανεβαίνει στη σκηνή και κάθεται στο πιάνο. Ένας ζωντανός μύθος της σύγχρονης Ελλάδας, ένας καλλιτέχνης με "Κ" κεφαλαίο. Ένας δάσκαλος."Αχ χελιδόνι μου πώς να πετάξεις, σ' αυτόν το μαύρο τον ουρανό" Γιώργος Νταλάρας συνοδεία μπουζουκιού Νικολόπουλου. Απίστευτα σόλα και ενέργεια επί σκηνής. Ένας ένας όσοι τον έχουν τραγουδίσει ανεβαίνουν στη σκηνή για να τον τιμήσουν αυτή τη νύχτα, η Πρωτοψάλτη με τον Κορκολή στο πιάνο, η Αρβανιτάκη, ο θείος-Πασχάλης Τερζής με το "Σαλονικιό" που μας θυμίζει το Στράτο, ο δικός μας Γιάννης Πάριος "Ποιος ταξιδεύει στα μάτια σου, και ποιος ξαγρυπνά στο κορμί σου, μάτια μπλε στα μεγάλα ταξίδια σου, θα 'μαι εδώ θα 'μαι πάντα μαζί σου". Κι ύστερα Δημήτρης Μητροπάνος, η Ευανθία Ρεμπούτσικα, η Τσανακλίδου παρέα με τον "Ανθρωπάκο" με το πιάνο να υποκλίνεται στο Χατζηνάσιο, ο Σαββόπουλος ( μεγάλη αδυναμία ) με το "Σεβάχ το Θαλασσινό", η Γλυκερια και ύστερα η Μελίνα Ασλανίδου, ο Ρέμος με το Χατζηγιάννη από τη "νέα γενιά". Ήταν μια μεγάλη συνάντηση η χθεσινή. Μια βραδιά από τις λίγες για τις περίπου πενήντα χιλιάδες ( ! ) κόσμο που ήμασταν εκεί.
Για να μιλήσουμε λίγο για το άλλο σκέλος της βραδιάς, το μη μουσικό αλλά εξίσου σημαντικό, έδωσαν το παρόν και συνάδελφοι-δημοσιογράφοι, Τρέμη, Χούκλη, Τσίμας, Σόμπολος. Μια ιδιαίτερη βραδιά που ολοκληρώθηκε με την απονομή του βραβείου δημοσιογραφίας "Ξενοφών" τη μεγαλύτερη δηλαδή διάκριση για την προσφορά του στον τομέα αυτό. Ο, κατά τη Μαρία Χούκλη "Θεόφιλος της στιχουργικής" λοιπόν, τιμήθηκε σε μια νύχτα και για τις δύο "ιδιότητες¨του, ή καλύτερα και για τις δύο αγάπες του, που ακόμα ως σήμερα δε μπορεί να ξεχωρίσει τη μια σε βάρος της άλλης. Και πολύ καλά κάνει όπως αποδείχθηκε.
"Πες πως μ' αντάμωσες μια νύχτα σ' ένα όνειρο", "Θα πιω απόψε το φεγγάρι", "Ξημερώνει Κυριακή, μη μου λυπάσαι, είναι όμορφη η ζωή, να το θυμάσαι", "Έχω ένα καφενέ, στου λιμανιού την άκρη, τον έχτισε το δάκρυ, αυτών που μένουνε, και περιμένουνε" "Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες" ( αθάνατος ελληνικός κινηματογράφος ), "Πρώτη φορά που σ΄αγαπώ, πρώτη που σε μαθαίνω, πρώτη στα χέρια σου φορά, γεννιέμαι και πεθαίνω". Στίχοι, στίχοι, στίχοι. Κάθε ενας και μια ιστορία. Κάθε ένας και μια φάση της χώρας αυτής. Παίρνεις μια γεύση, μια μυρωδιά της τότε Αθήνας, περπατάς στη Φυλής, στην Αριστοτέλους, στην Αχαρνών, όταν η Κυψέλη και η Φωκίωνος ήταν high class, παίζεις κι εσύ με βόλους και κουτσό στους δρόμους. Στους δρόμους της ψυχής του κυρ Λευτέρη.
Είτε τον διαβάζεις, είτε τον ακούς τα συναισθήματα σε πλημμυρίζουν. Τα τραγούδια του σε γεμίζουν ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια, σου θυμίζουν, σε συγκινούν, σου δημιουργούν εικόνες. "Μέθυσε απόψε το κορίτσι μου, και το χειλάκι του που καίει, κομμένα λόγια γιασεμάκια μου, παραπονιάρικα μου λέει"."Όλα δικά σου μάτια μου, κι ο πόνος σου δικός μου, είδαν πολλά τα μάτια μου, στις γειτονιές του κόσμου", "Αυτά τα χέρια είναι δικά σου", "Πες μου για δε μ' αφήνεις, με δυο φιλιά να πάρω, απ' τα θολά σου μάτια, τη μαύρη συννεφιά", "Επειδή σ' αγαπώ ως κι οι πέτρες ανθίζουν στη γλάστρα, επειδή σ' αγαπώ, το φεγγάρι φιλιέται με τ' άστρα". Όλο μου το κείμενο δε φτάνει για να δείξω το μέγεθος της προσφοράς του, την κληρονομιά που αφήνει στη μουσική μας. Όταν έκλεισε η βραδιά και σηκωθήκαμε από τις θέσεις μας, νιώθαμε το γλυκό μούδιασμά της επιστροφής στην πραγματικότητα. Της επιστροφής από το ταξίδι αυτό, στο χώρο και στο χρόνο, στα άδυτα της ψυχής του ποιητή.
Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Μίκη για να κλείσω "Έφερε την αληθινή ποίηση στα μέτρα των απλών ανθρώπων". Και αυτό έκανε στην πραγματικότητα. Ο πάντα αγαπημένος μου, πρόεδρος, ο κυρ Λευτέρης όλων μας.
