80s.
Mods.
Aerobics.
Weed.
Roland Rat.
The Royal Wedding.
Maggie Thatser.
Skinheads.
Shaven hairstyles.
Braces.
Ben Sherman Shirts.
Doc.Martens.
Parties.
Girls.
Soulful Music.
Gangs.
Xenophobia.
Falkland War Victims.
Unemployment.
Nationalism.
NF.
Racist Violence.
Poverty.
Subculture.
Μια ταινία-διαμάντι του βρετανικού κινηματογράφου, μια ταινία λίγο βιογραφική και λίγο ντοκιμαντέρ της εποχής εκείνης, όχι μόνο αποδίδει με απίθανο τρόπο την πραγματικότητα αλλά καταφέρνει να προκαλέσει στο θεατή ένα χείμαρρο συναισθημάτων. Με έξυπνο χιούμορ που αποφορτίζει την ατμόσφαιρα στα σωστά σημεία, σε ταξιδεύει σε όλο το μήκος των 80s. Ξεκινώντας από στόχος των συμμοριών του σχολείου του και καταδικασμένος στη μοναξιά του, ο 12χρονος Shaun ως δια μαγείας γίνεται μέλος μιας ομάδας skinheads που από προστάτες και φίλοι σιγά σιγά γίνονται οικογένεια. Ορφανός από πατέρα που έπεσε στον πόλεμο, ο μικρός είναι το ίδιο εύκολο, τόσο να δεθεί και να θεωρήσει τον εαυτό του μέλος μιας ομάδας γνωρίζοντας έτσι ένα διαφορετικό τρόπο ζωής, όσο και εν τέλει να παρασυρθεί από το νεοφερμένο και άρτι αποφυλακιστέο Combo του οποίου οι ακροδεξιές αντιλήψεις διαλύουν την παρέα.
Ο Shane Meadows καταφέρνει με την ταινία αυτή να κάνει τη διαφορά στο βρετανικό σινεμά. Οι χαρακτήρες τονίζουν την ιδεολογική ομίχλη που κάλυπτε κατά κάποιο τρόπο την εν λόγω εποχή καθιστώντας τις διαχωριστικές γραμμές σχεδόν απροσδιόριστες. Πόσο μάλλον για ένα 12χρονο αγόρι προς αναζήτηση αρσενικού προτύπου.
Η ταινία σε καθηλώνει, "αναγκάζοντας" τα συναισθήματα να συγκρούονται το ένα με το άλλο. Συμπόνοια, λύπηση, στεναχώρια, θυμός, χιούμορ...όλα μαζί καταλήγουν στην ελπίδα που αφήνει το φινάλε. Ή μάλλον, που υπονοεί το φινάλε, καλύτερα. Στις καλύτερες μέρες.
Με τα λόγια του Paolo Cabrelli "Ι have spent much of my life trying to figure out whether or not the Britain of my youth was a nightmare or just an awfully depressing, pre-apocalyptic wasteland."
Μέχρι και σήμερα, το ερώτημα παραμένει.


